Της Χαράς Λεμονή

Στις 24 Νοεμβρίου 1934, ο Μουσταφά Κεμάλ, ιδρυτής της τότε νεότατης τουρκικής Δημοκρατίας, μετέτρεπε την πρώην βασιλική, από ισλαμικό τέμενος, σε μουσείο.

Φυσικά, η κίνηση αυτή δεν αφορούσε μόνο στην απόφαση ενός Τούρκου ηγέτη που ήθελε τη ρήξη με την οθωμανική παράδοση και τον εξευρωπαϊσμό της Τουρκίας.

Είχε να κάνει και με την αντίληψη που κυριαρχούσε και κυριαρχεί, ότι η Αγία Σοφία είναι ένα σύμβολο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, ένα διαχρονικό μνημείο όπου τέμνονται διαφορετικές ιστορίες και θρησκείες, αλλά και ένας από τους πιο δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς σε μια χώρα που επενδύει σημαντικά στον τουρισμό.

Μετά από 86 χρόνια, στις 10 Ιουλίου 2020, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μετατρέπει το κόσμημα της Πόλης σε μουσουλμανικό χώρο λατρείας, ικανοποιώντας, τα μέγιστα, την πιο συντηρητική θρησκευτική μερίδα του εκλογικού του σώματος και των συμμάχων του στην άκρα δεξιά της Τουρκίας.

Ο ασκών χρέη γενικού γραμματέα του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών, καθηγητής Γιόαν Σάουκα, σε επιστολή του προς τον Τούρκο πρόεδρο, χαρακτηρίζει την Αγία Σοφία «τόπο δεκτικότητας, συνάντησης και έμπνευσης για τους ανθρώπους όλων των εθνών και όλων των θρησκειών, απόδειξη της προσήλωσης της Τουρκίας στην κοσμικότητα και της επιθυμίας της να αφήσει πίσω όλες τις συγκρούσεις του παρελθόντος».

Ο Σάουκα καταλογίζει στον Ερντογάν ότι ανέτρεψε τη θετική ένδειξη δεκτικότητας της Τουρκίας, μεταβάλλοντάς την σε ένδειξη αποκλεισμού και διχασμού.

Μα αυτό ακριβώς θέλει ο Ερντογάν.

Πρόκειται για μία καθαρά, επί της ουσίας, πολιτική απόφαση, που έρχεται σε συνέχεια των ενεργειών του σε Γάζα, Συρία και Λιβύη. Άλλωστε, το ξεκαθάρισε και ο ίδιος: «Λάβαμε αυτήν την απόφαση όχι σε σχέση με όσα οι άλλοι λένε, αλλά σε σχέση με τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, όπως το κάναμε στη Συρία, στη Λιβύη και αλλού».

Το μήνυμα που στέλνει στους αντιπάλους του, κυρίως του εξωτερικού, είναι ξεκάθαρο: «Δεν δεχόμαστε παρεμβάσεις και υποδείξεις. Ξέρουμε πώς να χειριζόμαστε τα θέματα που αφορούν στην εσωτερική τάξης της Τουρκίας, παίρνουμε μόνοι μας αποφάσεις και τις επιβάλλουμε».

Πέραν του μηνύματος που στέλνει στο εξωτερικό, ο Ερντογάν με την κίνηση αυτή συσπειρώνει τη θρησκευόμενη βάση του κόμματός του και εκπληρώνει το όνειρο των ισλαμιστών και των εθνικιστών της χώρας του, που ήταν η κατάκτηση και πάλι, θρησκευτικά και πολιτικά, αυτού του συμβόλου της Κωνσταντινούπολης.

Στην προσπάθεια του να εμφανιστεί ως κατακτητής της σύγχρονης εποχής και ως ηγέτης του αραβικού κόσμου, εργαλειοποιεί το πιο ορατό σύμβολο του οθωμανικού παρελθόντος της Τουρκίας και βάζει τέλος στο όραμα του Μουσταφά Κεμάλ και στην κληρονομιά του κοσμικού χαρακτήρα του τουρκικού κράτους.

Άλλωστε, ο Ερντογάν προέρχεται από ένα ρεύμα που αμφισβητούσε τις προσπάθειες του Κεμάλ Αττατούρκ να γίνει η Τουρκία ένα κοσμικό κράτος και θεωρούσε ότι οι  αποφάσεις του υποβάθμιζαν τον ισλαμικό χαρακτήρα της Τουρκίας, όπως για παράδειγμα οι περιορισμοί στη χρήση της μαντίλας.

Όσο για την άποψη ότι η μετατροπή σε τζαμί του πιο εμβληματικού κτιρίου, γίνεται σε μια εποχή που ο Ερντογάν θέλει να αποσπάσει την προσοχή του λαού από τα προβλήματα της χώρας, κυρίως από τη βαθιά οικονομική κρίση, μάλλον δεν περνά απαρατήρητη. Κι αυτό γιατί η ιστορία μας έχει διδάξει ότι μια σοβαρή οικονομική κρίση, μπορεί να δημιουργήσει αλλαγές και στο πολιτικό σκηνικό μιας χώρας.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here