Στα 89 του χρόνια και καταβεβλημένος από τις αλλεπάλληλες, τα τελευταία χρόνια, περιπέτειες της υγείας του, έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος Θεσσαλονικιός ποιητής, Ντίνος Χριστιανόπουλος.

Τον θάνατό του γνωστοποίησε ο συγγραφέας, Θωμάς Κοροβίνης, με ανάρτησή του στο facebook, στην οποία έγραψε: «Απεδήμησε εις Κύριον ο δάσκαλός μας Ντίνος Χριστιανόπουλος. Τα στερνά του ήταν οδυνηρά για τον ίδιο και για άλλους. Ένα κραταιό κεφάλαιο της Θεσσαλονίκης, μαζί με την πολυποίκιλη προσφορά, αλλά και τις αντινομίες του, χάνεται μαζί του. Μένει το έργο, στο οποίο χρωστάμε πολλοί».

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Κωνσταντίνου Δημητριάδη) ήταν ποιητής, διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ερευνητής, λαογράφος, εκδότης και βιβλιοκριτικός ενώ τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες.

Γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου του 1931 στη Θεσσαλονίκη. Χρόνια μετά, η ημέρα της γέννησής του (Εαρινό ηλιοστάσιο- πρώτη μέρα της Άνοιξης), έμελλε να χρισθεί ως… «παγκόσμια μέρα της ποίησης». «Δεν θέλω και πολύ τις αυτοβιογραφίες, γιατί μου δίνουν την εντύπωση ότι ξόφλησα κι ότι δεν έχω πια να κάνω τίποτα άλλο παρά να βυθίζομαι στις αναμνήσεις…», έλεγε.

Φοίτησε στο τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και από το 1958 ως το 1965 εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της πόλης.

Το 1958 ίδρυσε και ανέλαβε υπό τη διεύθυνσή του το περιοδικό Διαγώνιος, που κυκλοφόρησε ως το 1983 με ολιγόχρονες παύσεις. Το 1962 δημιούργησε τις εκδόσεις της Διαγωνίου (που συνεχίζονται ως σήμερα) και από το 1965 εργάστηκε ως διορθωτής και επιμελητής.

Το 1974 ίδρυσε τη Μικρή Πινακοθήκη της Διαγωνίου που έχει ως στόχο την προβολή νέων καλλιτεχνών της συμπρωτεύουσας, με στενούς συνεργάτες του Κάρολο Τσίζεκ και Νίκο Νικολαΐδη.

Την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία πραγματοποίησε το 1949 με τη δημοσίευση του ποιήματος Βιογραφία στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης Μορφές. Τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Εποχή των ισχνών αγελάδων.

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος τοποθετείται ανάμεσα στους σημαντικότερους ποιητές της ομάδας που είναι γνωστή ως Κύκλος της Διαγωνίου και κινήθηκε στο πλαίσιο του ομώνυμου περιοδικού που ο ίδιος ίδρυσε (Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου, Γιώργος Ιωάννου, Τάσος Κόρφης, Βασίλης Καραβίτης κ.α.).

Η ποίησή του χαρακτηρίζεται από έντονα ερωτική διάθεση και επιρροές από το έργο του Κωνσταντίνου Καβάφη. «Πάντως, η βασικότερη διαφορά είναι ότι ο Καβάφης είναι φιλήδονος, ενώ εγώ γράφω για την αγωνία της ερωτικής στέρησης», έλεγε.

Το 2011 τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου του. Αρνήθηκε όμως να το παραλάβει παραπέμποντας στο κείμενό του “Εναντίον” από το 1979 όπου αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης απ’ όπου και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία από το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο “ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων”, που μας άφησαν οι αρχαίοι.» 

Τον Ιούνιο του 2011 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στο τμήμα Φιλολογίας.

Το έργο του ποιητή ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με τη Θεσσαλονίκη, την πόλη που αγάπησε και ουδέποτε εγκατέλειψε.

Μέρος του αρχείου του (56 ετήσια ημερολόγια, κείμενα αλληλογραφίας, περιορισμένος αριθμός χειρογράφων του, αποκόμματα συνεντεύξεών του, αλλά και ηχογραφήσεις στις οποίες ερμηνεύει ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια με την κομπανία «Παρέα του Τσιτσάνη»), βρίσκονται  στη βιβλιοθήκη του ΑΠΘ όπου δωρήθηκαν προ τριετίας από τον συλλέκτη – συγγενή και μοναδικό διαχειριστή της πνευματικής κληρονομιάς του Ντίνου Χριστιανόπουλου, Ιωάννη Μέγα (ξεπερνά τα 90.000 τεκμήρια).

 «Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας/ είναι πολύ ζαχαρωμένα/ ταιριάζουν σε σοκολατόπαιδα/ μα δεν ταιριάζουνε σε μένα/ Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας/ ποτέ δε λένε την αλήθεια/ ο κόσμος υποφέρει και πεινά / κι εσείς τα ίδια παραμύθια…».

Το 1956, μόλις 25 χρόνων, είχε γράψει: «Εγκαταλείπω την ποίηση δε θα πει προδοσία/ Βρίσκει κανείς τόσους τρόπους να επιμεληθεί την καταστροφή του»,

Και χρόνια αργότερα, για τα περί ατομικής έκφρασης: «Ο καθένας γράφει ό,τι μπορείς να φανταστείς με την πεποίθηση πως εκφράζει τον εαυτό του, ενώ δεν εκφράζει παρά μόνο την ηλιθιότητα ή τη μετριότητά του.. Τη μετριότητα της ζωής που βιώνει».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here