Φόρο που επιβάλλεται κατά την μεταφορά φορολογικής κατοικίας νομικών προσώπων εκτός Ελλάδος και αποκαλείται «exit tax» θέσπισε η κυβέρνηση με το νόμο 4714/2020.

Ο exit tax εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που η Ελλάδα παύει να έχει δικαίωμα φορολόγησης των μεταφερομένων περιουσιακών στοιχείων μιας εταιρείας, εξαιτίας της μεταφοράς της, ήτοι όταν τα περιουσιακά στοιχεία παύουν να απεικονίζονται για λογιστικούς σκοπούς στην Ελλάδα.

Ο σκοπός της φορολόγησης κατά την έξοδο είναι να εξασφαλίζει ότι, όταν ένας φορολογούμενος μεταφέρει περιουσιακά στοιχεία ή τη φορολογική του κατοικία εκτός της φορολογικής δικαιοδοσίας ενός κράτους, το εν λόγω κράτος φορολογεί την οικονομική αξία οποιουδήποτε κεφαλαιακού κέρδους που παράγεται στο έδαφός του, ακόμη και αν το εν λόγω κέρδος δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί κατά τον χρόνο της εξόδου.

Ως φορολογητέα βάση για την εφαρμογή του κανόνα λαμβάνεται το ποσό που ισούται με την αγοραία αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταφέρονται, μείον την αξία που προκύπτει για φορολογικούς σκοπούς κατά τη στιγμή της εξόδου.

Ο φόρος υπολογίζεται με τον εκάστοτε ισχύοντα συντελεστή κατά το φορολογικό έτος της εξόδου.

Οι διατάξεις για την φορολόγηση κατά την έξοδο εφαρμόζονται για μεταφορές περιουσιακών στοιχείων, φορολογικής κατοικίας ή δραστηριότητας από την Ελλάδα προς άλλο κράτος μέλος ή τρίτη χώρα που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 2020 και μετά.

Είναι επίσης σκόπιμο να διευκρινιστεί ότι οι μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων, περιλαμβανομένων των μετρητών, μεταξύ μιας μητρικής εταιρείας και των θυγατρικών της δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του προβλεπόμενου κανόνα σχετικά με τη φορολόγηση κατά την έξοδο.

Διευκρινίζεται ακόμη ότι οι κανόνες φορολόγησης κατά την έξοδο δεν εφαρμόζονται στα φυσικά πρόσωπα.

Για τη ρύθμιση των διαδικαστικών ζητημάτων εφαρμογής των κανόνων φορολόγησης κατά την έξοδο, αναμένεται η έκδοση σχετικών αποφάσεων από την ΑΑΔΕ.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here